Τι ορίζεται ως Εξωκαψική Παρωτιδεκτομή και ποια η προέλευσή της;
Η Εξωκαψική παρωτιδεκτομή (extracapsular parotidectomy ή extracapsular dissection) αποτελεί μια ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική με σημαντικά πλεονεκτήματα στην αντιμετώπιση καλοηθών όγκων της παρωτίδας.
Αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε στην πανεπιστημιακή κλινική του Erlangen, Γερμανίας, ένα διεθνούς φήμης κέντρο αναφοράς, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Prof. Iro.
Τεχνική και προϋποθέσεις καλής εφαρμογής
Η Εξωκαψική παρωτιδεκτομή αναφέρεται στη χειρουργική τεχνική κατά την οποία διατηρείται το μεγαλύτερο μέρος του αδένα της παρωτίδας και αφαιρείται μόνο ο όγκος με ένα λεπτό στρώμα φυσιολογικού ιστού εξωτερικά της επιφάνειας του, ως περίβλημα ασφαλείας. Το προσωπικό νεύρο εντοπίζεται και προστατεύεται στην περιοχή που βρίσκεται κοντά με τον όγκο.
Νευροπαρακολούθηση
Η μέθοδος αυτή βασίζεται στην τοποθέτηση ειδικών ηλεκτροδίων στους μυς του προσώπου και την καταγραφή της κίνησής τους μετά από διέγερση του προσωπικού νεύρου κατά τη διάρκεια της παρωτιδεκτομής. Η καταγραφή γίνεται τόσο οπτικά όσο και ηχητικά, επιτρέποντάς μας να επιβεβαιώσουμε σε πραγματικό χρόνο ότι το προσωπικό νεύρο παραμένει άθικτο.
Η τεχνολογία της διεγχειρητικής νευροδιέγερσης (γνωστή και ως νευροπαρακολούθηση) προσφέρει ένα πολύτιμο εργαλείο που ενισχύει την ασφάλεια της επέμβασης, χωρίς να αντικαθιστά τη δεξιοτεχνία του χειρουργού. Ειδικά στην εξωκαψική παρωτιδεκτομή, η νευροπαρακολούθηση είναι απολύτως απαραίτητη για την ασφάλεια του χειρουργείου.
Οπτική Μεγέθυνση
Η οπτική μεγέθυνση έχει αναδειχθεί ως μια από τις σημαντικότερες τεχνολογικές εξελίξεις που ενισχύουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα στη χειρουργική της παρωτίδας. Σύμφωνα με τεκμηριωμένες μελέτες, η χρήση μεγεθυντικών οπτικών βοηθημάτων συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση επιπλοκών όπως η πάρεση του προσωπικού νεύρου.
Η ακρίβεια στον εντοπισμό και τη παρασκευή του προσωπικού νεύρου είναι κρίσιμη για την αποφυγή τραυματισμών. Παράλληλα, η χρήση μεγεθών είναι σημαντική για τη πλήρη εκτομή των όγκων.
Η πιο διαδεδομένη επιλογή στην πράξη, οι χειρουργικές λούπες προσφέρουν σημαντική οπτική μεγέθυνση και συνδυάζονται με μετωπιαίο φωτισμό υψηλής έντασης, προσφέροντας καθαρό και φωτεινό πεδίο.

Ποια είναι τα κύρια κλινικά πλεονεκτήματα της μεθόδου;
Η Εξωκάψια παρωτιδεκτομή έχει πολλά πλεονεκτήματα όταν χρησιμοποιείται σε σωστές ενδείξεις.
- Ελαχιστοποίηση επιπλοκών: Μικρότερος κίνδυνος τραυματισμού του προσωπικού Νεύρου και μικρότερη πιθανότητα δημιουργίας συνδρόμου Frey μετεγχειρητικά.
- Ογκολογική ασφάλεια: Χαμηλή συχνότητα υποτροπών, καθώς η αποφυγή αποκάλυψης της κάψας ελαττώνει τον κίνδυνο ρήξης και διασποράς κυττάρων.
- Αισθητική αποκατάσταση: Διατήρηση του φυσιολογικού περιγράμματος του προσώπου και χρήση μικρότερης χειρουργικής τομής.
- Ταχεία ανάρρωση: Σύντομη διάρκεια επέμβασης και δυνατότητα εξιτηρίου σε λιγότερο από 24 ώρες.
Ποιες είναι οι ενδείξεις και τα κριτήρια επιλογής ασθενών;
Η επιτυχία της μεθόδου βασίζεται στην αυστηρή επιλογή των κατάλληλων ασθενών. Ιδανικές ενδείξεις για τη χρήση της εξωκαψιας παρωτιδεκτομής περιλαμβάνουν:
- Μικρούς καλοήθεις όγκους στην περιφέρεια της παρωτίδας (κυρίως στο κάτω τμήμα του αδένα) που δεν βρίσκονται σε επαφή με το προσωπικό νεύρο.
- Μεσαίου μεγέθους όγκους σε απόσταση από τον κεντρικό κλάδο του προσωπικού νεύρου
- Παραφαρυγγικούς όγκους σε επιλεγμένες περιπτώσεις μέσω υπογνάθιας προσπέλασης.
- Κυσταδενολεμφώματα, όπου λόγο ελάχιστης πιθανότητας υποτροπής και κακοήθους εξαλλαγής, μπορεί να εφαρμοστεί πιο συντηρητική χειρουργική προσέγγιση.
Σε περιπτώσεις καλοήθων όγκων που είναι μεγαλύτεροι και βρίσκονται σε στενή επαφή με το προσωπικό νεύρο, ο χειρουργός μπορεί να βάση την εμπειρία του να αποφασίσει αν η εξωκαψική εκτομή παραμένει το ιδανικό χειρουργείο ή αν άλλες τεχνικές όπως η μερική επιπολής παρωτιδεκτομή και η επιπολής παρωτιδεκτομή με Νευροπαρακολούθηση είναι πιο ενδεδειγμένες.

Πότε αντενδείκνυται η εξωκαψική προσέγγιση;
Η τεχνική δεν είναι καθολικά εφαρμόσιμη και απαιτείται προσεκτική προεγχειρητική αξιολόγηση με υπερηχογραφία ή μαγνητική τομογραφία. Οι βασικές αντενδείξεις περιλαμβάνουν:
- Επιβεβαιωμένη κακοήθεια ή ισχυρή υποψία σε προεγχειρητική βιοψία (FNA), που συνήθως απαιτεί ολική παρωτιδεκτομή.
- Σημαντική επαφή με τον κεντρικό κλάδο του προσωπικού νεύρου.
- Όγκους στον εν τω βάθει λοβό της παρωτίδας.
- Πολλαπλές εστίες όγκων στο εσωτερικό του παρωτιδικού αδένα.
Η Εξωκαψική Παρωτιδεκτομή αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Erlangen της Γερμανίας, υπό τη διεύθυνση του Prof. Iro. Στο κέντρο αυτό εκπαιδεύτηκε επί 9 έτη ο καθηγητής κ. Γ. Ψυχογιός, συμβάλλοντας ενεργά στη συγγραφή των διεθνών κατευθυντήριων οδηγιών.
Διαθέτει πολύ μεγάλη εμπειρία σε όλες τις χειρουργικές τεχνικές της παρωτίδας, και έχει συμβάλει ενεργά στην έρευνα και εξέλιξη των σύγχρονων χειρουργικών μεθόδων που εφαρμόζονται στην αντιμετώπιση παθήσεων της παρωτίδας. Σε συνεργασία με διακεκριμένους συναδέλφους από ευρωπαϊκά Κέντρα, έχει συγγράψει κατευθυντήριες οδηγίες για τα κριτήρια επιλογής της Εξωκαψικής Παρωτιδεκτομής σε κάθε κλινική περίπτωση, οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στη διεθνή βιβλιογραφία.
Με βάση την πολύχρονη εμπειρία του και συνεργαζόμενος με διακεκριμένους πανεπιστημιακούς της Ευρώπης, δημιούργησε ειδικό αλγόριθμο για την σωστή επιλογή της καταλληλότερης χειρουργικής τεχνικής Παρωτιδεκτομής. Ο αλγόριθμος δίνει λεπτομερείς οδηγίες για τις περιπτώσεις που η Εξωκαψική παρωτιδεκτομή αποτελεί την ιδανική χειρουργική τεχνικής για αντιμετώπιση ενός καλοήθη όγκου παρωτίδας. Επιπλέον καθορίζει με ακρίβεια τις περιπτώσεις που η μερική επιπολής παρωτιδεκτομή και η επιπολής παρωτιδεκτομή είναι πιο κατάλληλες και πιο ασφαλείς χειρουργικές τεχνικές.
![]()








